Η ηλεκτρονική έρευνα για τη διερεύνηση της επέκτασης των δρομολογίων του Προαστιακού προς τη Θήβα και τη Λιβαδειά δεν καταγράφει μόνο τις ανάγκες μετακίνησης των πολιτών της Βοιωτίας. Ανοίγει παράλληλα μια ευρύτερη συζήτηση για τον τρόπο με τον οποίο λαμβάνονται οι αποφάσεις που αφορούν δημόσιες υποδομές και για τη θέση που έχει –ή θα έπρεπε να έχει– η γνώμη των άμεσα ενδιαφερομένων σε αυτές.
Με αφετηρία την πρωτοβουλία του Επιμελητηρίου Βοιωτίας, της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας και του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, ο Δρ. Λάμπρος Β. Σκάρλας επιχειρεί στο άρθρο που ακολουθεί να διευρύνει τη συζήτηση πέρα από τα όρια του Προαστιακού. Συγκρίνει τη συγκεκριμένη διαδικασία καταγραφής των απόψεων των πολιτών με τον τρόπο που, κατά την άποψή του, αντιμετωπίστηκαν στο παρελθόν σημαντικές αποφάσεις για υποδομές εθνικής εμβέλειας και θέτει το ζήτημα της θεσμικής διαβούλευσης και της συμμετοχής της κοινωνίας στη λήψη αποφάσεων.
Το άρθρο του Λάμπρου Σκάρλα
Ηλεκτρονικό Ερωτηματολόγιο από Επιμ. Βοιωτίας, Περιφέρεια και ΕΜΠ:Ένα ερωτηματολόγιο που ντροπιάζει την τακτική του δημοσίου
Το Επιμελητήριο Βοιωτίας, σε συνεργασία με το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και την Περιφέρεια Στερεάς Ελλάδας, ανέβασε πρόσφατα ένα ηλεκτρονικό ερωτηματολόγιο με στόχο να καταγράψει τις ανάγκες και τις απόψεις των πολιτών για τη σύνδεση της Βοιωτίας —Θήβας και Λιβαδειάς— με το δίκτυο του Προαστιακού από την Αθήνα. Η πρωτοβουλία αυτή αξίζει να ειπωθεί καθαρά: είναι σωστή, είναι σοβαρή, και είναι ακριβώς αυτό που θα έπρεπε να συμβαίνει πριν από κάθε μεγάλη επενδυτική απόφαση σε δημόσια υποδομή.
Δεν είναι αυτονόητο. Ένας φορέας που θα μπορούσε απλώς να στείλει ένα αίτημα στο υπουργείο, να οργανώσει μια συνέντευξη Τύπου ή να ζητήσει μια συνάντηση με τον αρμόδιο υφυπουργό, επέλεξε αντ’ αυτού να κάνει κάτι πιο δύσκολο και πιο τίμιο: να ρωτήσει πρώτα τον κόσμο που θα χρησιμοποιήσει —ή δεν θα χρησιμοποιήσει— τη γραμμή. Να μετρήσει τη ζήτηση αντί να την υποθέσει. Να χτίσει το επιχείρημα της επέκτασης πάνω σε στοιχεία, όχι σε εντυπώσεις. Η συνεργασία με το ΕΜΠ δίνει στη διαδικασία επιστημονική επάρκεια που σπάνια συναντάμε σε τοπικές πρωτοβουλίες, και αυτό μόνο του πρέπει να αναγνωριστεί δημόσια. Το Επιμελητήριο Βοιωτίας, η Περιφέρεια Στερεάς Ελλάδας και το ΕΜΠ έκαναν, με ελάχιστα μέσα σε σχέση με το μέγεθος του κράτους, κάτι που το ίδιο το κράτος δεν έκανε ποτέ σε έργα πολλαπλάσιας κλίμακας.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το πρόβλημα.
Το νομικό πλαίσιο δεν το επιβάλλει — αλλά αυτό δεν είναι δικαιολογία
Ο Κανονισμός (ΕΚ) 1370/2007, που διέπει τις συμβάσεις παροχής δημόσιας υπηρεσίας στις χερσαίες συγκοινωνίες, καθορίζει με ακρίβεια τη σχέση κράτους και αναδόχου: όρους σύμβασης, ύψος αντιστάθμισης, διάρκεια, ποιοτικά κριτήρια. Δεν προβλέπει, όμως, καμία υποχρέωση διαβούλευσης με τους πολίτες-χρήστες πριν αποφασιστεί ποιες γραμμές θα λειτουργήσουν, πότε και με τι συχνότητα. Το ίδιο ισχύει και για τον αντίστοιχο Κανονισμό 1008/2008 στις αεροπορικές μεταφορές, όπου οι «άγονες γραμμές» καθορίζονται με κρατική απόφαση περί αναγκαιότητας, χωρίς να ρωτηθεί ποτέ συστηματικά ο κάτοικος του νησιού που θα εξυπηρετηθεί ή δεν θα εξυπηρετηθεί.
Το ίδιο μοτίβο επαναλαμβάνεται σε κάθε μεγάλη απόφαση δημόσιας υποδομής των τελευταίων δεκαπέντε ετών. Όταν το ελληνικό δημόσιο παραχώρησε την πλειοψηφία του Οργανισμού Λιμένος Πειραιώς στην κινεζική κρατική COSCO Shipping, δεν υπήρξε καμία δημόσια διαβούλευση με τους χρήστες του λιμανιού —επιβάτες, φορτηγατζήδες, κατοίκους του Πειραιά που θα ζούσαν με τις συνέπειες της επέκτασης. Όταν παραχωρήθηκαν τα δεκατέσσερα περιφερειακά αεροδρόμια στη γερμανική Fraport, η διαδικασία πέρασε από κοινοβουλευτική κύρωση και έγκριση θεσμικών οργάνων, όχι από ερωτηματολόγιο στους επιβάτες της Ρόδου, της Κέρκυρας ή της Ζακύνθου. Το ίδιο για τον ΔΕΣΦΑ, το ίδιο για τον ΟΛΘ. Σε καμία από αυτές τις περιπτώσεις —που αφορούν δισεκατομμύρια ευρώ και δεκαετίες δέσμευσης εθνικής υποδομής— δεν ζητήθηκε συστηματικά η γνώμη του πολίτη που πληρώνει, χρησιμοποιεί και ζει δίπλα σε αυτές τις υποδομές.
Νομικά, λοιπόν, δεν παραβιάστηκε τίποτα. Αυτό ακριβώς όμως είναι το πρόβλημα: το ότι δεν χρειάζεται να παραβιαστεί κανένας κανόνας για να αγνοηθεί ο πολίτης, γιατί κανένας κανόνας δεν τον προστατεύει εκ των προτέρων. Η απουσία νομικής υποχρέωσης δεν καθιστά την πρακτική ορθή· απλώς αποκαλύπτει πόσο χαμηλά έχει βάλει ο θεσμικός μας πολιτισμός τον πήχη της συμμετοχικής διακυβέρνησης.
Η ασυνέπεια που δεν πρέπει να περάσει απαρατήρητη
Εδώ βρίσκεται η ουσία της αντίφασης. Μια τοπική πρωτοβουλία, με τους περιορισμένους πόρους ενός επιμελητηρίου και μιας περιφέρειας, αναλαμβάνει η ίδια το βάρος να αποδείξει επιστημονικά μια ανάγκη —τη σύνδεση δύο πόλεων δεκάδων χιλιάδων κατοίκων με το δίκτυο του Προαστιακού— πριν καν διεκδικήσει σοβαρά ακρόαση από το κράτος. Πρέπει να «χτίσει την υπόθεσή της» από το μηδέν, με ερωτηματολόγια, μελέτες σκοπιμότητας και επιστημονική τεκμηρίωση, για ένα έργο που θα κοστίσει πολλαπλάσια λιγότερο και θα ωφελήσει πολύ λιγότερους ανθρώπους από όσους αφορούσε η παραχώρηση του λιμανιού του Πειραιά ή των αεροδρομίων.
Την ίδια στιγμή, οι μεγάλες αποφάσεις παραχώρησης εθνικής σημασίας —αυτές που καθόρισαν ποιος διαχειρίζεται τα λιμάνια μας, τα αεροδρόμιά μας, το δίκτυο φυσικού αερίου μας— πέρασαν χωρίς καμία ανάλογη υποχρέωση τεκμηρίωσης απέναντι στον πολίτη-χρήστη. Δεν χρειάστηκε να αποδείξει κανείς σε αυτόν ότι η αλλαγή διαχείρισης ήταν αναγκαία με τους δικούς του όρους· η νομιμοποίηση ήρθε αποκλειστικά μέσω κοινοβουλίου, μνημονιακών δεσμεύσεων και δημοσιονομικής ανάγκης.
Αυτό δεν είναι απλώς ασυνέπεια διαδικασίας. Είναι ανάποδη ιεράρχηση δημοκρατικής ευθύνης: όσο μικρότερο το έργο και όσο πιο τοπικό το συμφέρον, τόσο περισσότερη απόδειξη ζητείται από τον πολίτη για να πειστεί το κράτος να ακούσει· όσο μεγαλύτερο το έργο και όσο πιο εθνικό ή γεωπολιτικό το διακύβευμα, τόσο λιγότερο χρειάζεται να ρωτηθεί κανείς. Η Βοιωτία πρέπει να αποδείξει με αριθμούς ότι αξίζει μια επέκταση σιδηροδρόμου· η COSCO δεν χρειάστηκε να αποδείξει τίποτα σε κανέναν επιβάτη του Πειραιά.
Τι θα έπρεπε να αλλάξει
Το συμπέρασμα δεν είναι ότι το Επιμελητήριο Βοιωτίας υπερβάλλει με τη σοβαρότητά του — είναι ότι το κράτος υπολείπεται σοβαρά στη δική του. Η πρωτοβουλία Βοιωτίας-ΕΜΠ-Περιφέρειας δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί ως εξαίρεση αξιέπαινη αλλά σπάνια· πρέπει να γίνει ο κανόνας. Κάθε απόφαση παραχώρησης ή αναδιάρθρωσης δημόσιας υποδομής μεταφορών και ενέργειας —είτε πρόκειται για επέκταση μιας σιδηροδρομικής γραμμής σε μια επαρχιακή πόλη είτε για την πώληση πλειοψηφικού πακέτου ενός εθνικού λιμανιού— θα έπρεπε να περνά από ανάλογη διαδικασία καταγραφής αναγκών και απόψεων των άμεσα επηρεαζόμενων πολιτών, ανεξάρτητα από το αν αυτό επιβάλλεται ρητά από τον Κανονισμό 1370/2007 ή οποιοδήποτε άλλο ευρωπαϊκό κείμενο.
Η δημοκρατική νομιμοποίηση μιας απόφασης δεν πρέπει να εξαρτάται από το μέγεθός της. Οι μεγαλύτερες(δυσκολότερες) αποφάσεις, με τις μακροχρόνιες και δυσαναστρέψιμες συνέπειές τους, χρειάζονται μεγαλύτερη —όχι μικρότερη— διαβούλευση με όσους θα ζήσουν τα αποτελέσματά τους. Η Βοιωτία έδειξε τον δρόμο. Μένει να δούμε αν κάποιος στην Αθήνα θα τον προσέξει.
Δρ. Σκάρλας Β. Λάμπρος,
Μηχανικός Η/Υ & Πληροφορικής
Μέλος ΚΠΕ ΠΑΣΟΚ
