Μια ιδιαίτερα σοβαρή υπόθεση απάτης, με λεία που ξεπερνά τις 400.000 ευρώ, εξιχνιάστηκε από το Τμήμα Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων Λιβαδειάς. Θύμα των δραστών έπεσε ηλικιωμένη σε περιοχή της Βοιωτίας, η οποία πείστηκε να παραδώσει ένα τεράστιο χρηματικό ποσό, αλλά και κοσμήματα και τιμαλφή άγνωστης μέχρι στιγμής αξίας.
Η υπόθεση εκτυλίχθηκε το μεσημέρι της 8ης Αυγούστου 2026 και αποτελεί ακόμη ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της μεθοδολογίας που χρησιμοποιούν οργανωμένες ομάδες απατεώνων, οι οποίες εμφανίζονται στα υποψήφια θύματά τους με την ιδιότητα λογιστών, εφοριακών ή υπαλλήλων δημόσιων οργανισμών.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της αστυνομικής έρευνας, όλα ξεκίνησαν όταν άγνωστη γυναίκα τηλεφώνησε στην ηλικιωμένη και παρουσιάστηκε ως «λογίστρια». Με πρόσχημα ότι βρισκόταν σε εξέλιξη διαδικασία καταγραφής των περιουσιακών της στοιχείων για φορολογικούς λόγους, κατάφερε να κερδίσει την εμπιστοσύνη της.
Το σχέδιο, ωστόσο, δεν περιορίστηκε σε ένα τηλεφώνημα. Στη συνέχεια άλλος άνδρας επικοινώνησε με την ηλικιωμένη, αυτή τη φορά εμφανιζόμενος ως αρμόδιος «εφοριακός υπάλληλος». Με τον τρόπο αυτό οι δράστες ενίσχυσαν την αξιοπιστία της ιστορίας που είχαν κατασκευάσει και άσκησαν μεγαλύτερη πίεση στο θύμα ώστε να ακολουθήσει τις οδηγίες τους.
Η σακούλα με τις 400.000 ευρώ
Η ηλικιωμένη πείστηκε τελικά να συγκεντρώσει σε σακούλα το ποσό των 400.000 ευρώ, μαζί με κοσμήματα και άλλα τιμαλφή, η αξία των οποίων δεν έχει ακόμη προσδιοριστεί.
Ακολουθώντας τις οδηγίες που της είχαν δοθεί τηλεφωνικά, άφησε τη σακούλα σε συγκεκριμένο σημείο έξω από το σπίτι της. Τα μέλη της ομάδας έφτασαν εκεί, την παρέλαβαν και απομακρύνθηκαν.
Η έρευνα που ακολούθησε από τους αστυνομικούς της Λιβαδειάς οδήγησε στην ταυτοποίηση ενός ημεδαπού, ο οποίος φέρεται να αποτελεί μέλος της εγκληματικής ομάδας.
Κατά την Αστυνομία, ο συγκεκριμένος άνδρας είχε τουλάχιστον τον ρόλο του λεγόμενου «εισπράκτορα». Φέρεται να ήταν ο οδηγός του Ι.Χ. αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας του, με το οποίο τα μέλη της ομάδας μετέβησαν στο σημείο όπου είχε αφήσει η ηλικιωμένη τη σακούλα και στη συνέχεια διέφυγαν με τα χρήματα και τα τιμαλφή.
Οι Αρχές αναφέρουν ακόμη ότι ο ταυτοποιημένος άνδρας έχει απασχολήσει και κατά το παρελθόν για υποθέσεις ληστείας, κλοπής, απάτης, παραβάσεων της νομοθεσίας περί ναρκωτικών και άλλα αδικήματα.
Η προανάκριση διενεργήθηκε από το Τμήμα Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων Λιβαδειάς, ενώ η δικογραφία που σχηματίστηκε πρόκειται να υποβληθεί στην αρμόδια Εισαγγελία.
Παράλληλα, οι έρευνες των αστυνομικών υπηρεσιών της Στερεάς Ελλάδας για την αντιμετώπιση παρόμοιων υποθέσεων συνεχίζονται.
Το «σενάριο» που χρησιμοποιούν οι απατεώνες
Με αφορμή και τη συγκεκριμένη υπόθεση, οι αστυνομικές Αρχές εφιστούν εκ νέου την προσοχή των πολιτών και ιδιαίτερα των ηλικιωμένων, οι οποίοι συχνά αποτελούν στόχο τέτοιων κυκλωμάτων.
Οι δράστες προσαρμόζουν κάθε φορά το σενάριό τους και παρουσιάζονται ως «λογιστές», «εφοριακοί», «αστυνομικοί», «δικηγόροι», υπάλληλοι του ΔΕΔΔΗΕ ή ακόμη και ως γνωστοί συγγενικών προσώπων.
Στόχος τους είναι συνήθως να δημιουργήσουν στο θύμα φόβο, πίεση και την αίσθηση ότι πρέπει να ενεργήσει αμέσως. Μπορεί να επικαλεστούν δήθεν φορολογικές εκκρεμότητες, χρέη, επείγουσα νοσηλεία συγγενικού προσώπου ή ακόμη και ανύπαρκτη ηλεκτρολογική βλάβη που υποτίθεται ότι θέτει σε κίνδυνο χρήματα και κοσμήματα μέσα στο σπίτι.
Κοινός παρονομαστής είναι σχεδόν πάντοτε η απαίτηση να παραδοθούν άμεσα μετρητά ή πολύτιμα αντικείμενα.
Πώς μπορούν να προστατευθούν οι πολίτες
Η Αστυνομία υπενθυμίζει ότι οι πολίτες δεν πρέπει να εμπιστεύονται αγνώστους που τηλεφωνούν ή εμφανίζονται στην πόρτα τους ως λογιστές, εφοριακοί ή υπάλληλοι δημόσιων υπηρεσιών και ζητούν χρήματα ή κοσμήματα.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται όταν ο συνομιλητής ζητά να ληφθεί μια απόφαση «εδώ και τώρα», επικαλούμενος κάποιο πρόστιμο, χρέος, τεχνικό πρόβλημα ή έκτακτη ανάγκη συγγενικού προσώπου.
Σε τέτοιες περιπτώσεις, οι πολίτες πρέπει να διακόπτουν την επικοινωνία και να αναζητούν οι ίδιοι, από δικό τους τηλέφωνο, τον συγγενή ή την υπηρεσία που υποτίθεται ότι εμπλέκεται στην υπόθεση. Δεν πρέπει να χρησιμοποιούν αριθμούς που τους δίνουν οι άγνωστοι ούτε να δέχονται να συνομιλήσουν με πρόσωπα στα οποία τους «συνδέουν» οι ίδιοι οι δράστες.
Οι δημόσιες υπηρεσίες δεν ακολουθούν πρακτικές κατά τις οποίες υπάλληλοι μεταβαίνουν σε σπίτια ή συναντούν πολίτες σε δημόσιους χώρους προκειμένου να παραλάβουν μετρητά και κοσμήματα για την παροχή υπηρεσιών.
Οι πολίτες καλούνται επίσης να μην παραδίδουν σε αγνώστους χρήματα ή τιμαλφή και να μην τους ακολουθούν σε τράπεζες ή ΑΤΜ για ανάληψη χρημάτων.
Εάν υπάρξει ύποπτη επίσκεψη ή τηλεφώνημα, είναι χρήσιμο να συγκρατούνται όσο το δυνατόν περισσότερα στοιχεία: χαρακτηριστικά προσώπων, αριθμοί τηλεφώνων, πινακίδες κυκλοφορίας, μάρκα και χρώμα οχήματος ή οποιαδήποτε άλλη λεπτομέρεια μπορεί να βοηθήσει την αστυνομική έρευνα.
Το σημαντικότερο μήνυμα των Αρχών είναι ότι κάθε περιστατικό πρέπει να καταγγέλλεται στην Αστυνομία, ακόμη και όταν η απόπειρα εξαπάτησης δεν έχει πετύχει. Μια πληροφορία που μπορεί να φαίνεται ασήμαντη στον πολίτη ενδέχεται να αποτελέσει κρίσιμο στοιχείο για τη σύνδεση περιστατικών και τον εντοπισμό των δραστών.
Η υπόθεση της Βοιωτίας, με λεία τουλάχιστον 400.000 ευρώ και επιπλέον κοσμήματα, καταδεικνύει το μέγεθος που μπορούν να λάβουν τέτοιες απάτες, αλλά και πόσο οργανωμένη μπορεί να είναι η δράση των επιτήδειων. Η επιφυλακτικότητα απέναντι σε οποιονδήποτε ζητά τηλεφωνικά ή αυτοπροσώπως χρήματα και τιμαλφή στο όνομα μιας «επείγουσας διαδικασίας» παραμένει η σημαντικότερη γραμμή άμυνας.
