Νέα πίεση προς την Ευρώπη για την ανάληψη μεγαλύτερου μέρους του κόστους της ουκρανικής κρίσης ασκεί ο Ντόναλντ Τραμπ, αφήνοντας να εννοηθεί ότι η Ουάσιγκτον θα επιδιώξει να ανακτήσει χρήματα για στρατιωτική βοήθεια και πυρομαχικά που είχαν διατεθεί στο παρελθόν στην Ουκρανία.
Με ανάρτησή του στην πλατφόρμα Truth Social, ο πρόεδρος των ΗΠΑ υποστήριξε ότι η Ευρώπη θα έπρεπε να είχε πληρώσει για τη βοήθεια που διοχετεύθηκε προς την Ουκρανία και το ΝΑΤΟ, στρέφοντας παράλληλα τα πυρά του κατά της προηγούμενης κυβέρνησης του Τζο Μπάιντεν.
«Εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια δόθηκαν στην Ουκρανία και το ΝΑΤΟ, δωρεάν, αλλά η Ευρώπη θα έπρεπε να πληρώσει», ανέφερε, προσθέτοντας ότι η κυβέρνησή του σκοπεύει να ζητήσει τα χρήματα αυτά, έστω και «κάπως καθυστερημένα».
Προτεραιότητα στα αμερικανικά αποθέματα
Η παρέμβαση Τραμπ αποκτά πρόσθετο βάρος καθώς συνοδεύεται από μήνυμα για προσωρινό περιορισμό των πωλήσεων αμερικανικού στρατιωτικού υλικού προς συμμάχους.
Ο Αμερικανός πρόεδρος διέψευσε τις πληροφορίες σύμφωνα με τις οποίες τα αποθέματα πυρομαχικών των ΗΠΑ έχουν υποχωρήσει σε ανησυχητικά επίπεδα εξαιτίας του πολέμου στο Ιράν. Αντίθετα, υποστήριξε ότι η παραγωγή αυξάνεται και ότι βρίσκεται σε εξέλιξη η αναπλήρωση των αποθεμάτων.
«Τα κρατάμε για εμάς, τις ΗΠΑ, αντί να τα πουλάμε σε άλλους, αλλά οι πωλήσεις στους Συμμάχους θα ξεκινήσουν σύντομα ξανά», έγραψε.
Η τοποθέτηση αυτή δείχνει ότι, τουλάχιστον για το άμεσο διάστημα, η Ουάσιγκτον δίνει προτεραιότητα στην ενίσχυση των δικών της στρατιωτικών αποθεμάτων, προτού επαναφέρει σε κανονικούς ρυθμούς τις πωλήσεις οπλικών συστημάτων και πυρομαχικών σε συμμαχικές χώρες.
Το κόστος περνά περισσότερο στην Ευρώπη
Η κατεύθυνση αυτή δεν εμφανίζεται για πρώτη φορά στην αμερικανική πολιτική. Η πρωτοβουλία «Ιεραρχημένη Λίστα Αναγκών για την Ουκρανία», που δημιουργήθηκε από τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ, προβλέπει ότι ευρωπαϊκές χώρες χρηματοδοτούν την προμήθεια αμερικανικών όπλων για τις ανάγκες του Κιέβου.
Το ζήτημα των αμερικανικών αποθεμάτων έχει, ωστόσο, επανέλθει στο προσκήνιο. Σύμφωνα με δημοσίευμα του Reuters τον περασμένο μήνα, ο αμερικανικός στρατός χρησιμοποίησε σημαντικό μέρος των διαθέσιμων πυραύλων ακριβείας μεγάλου βεληνεκούς στον πόλεμο με το Ιράν, προκαλώντας προβληματισμό για το επίπεδο ετοιμότητας των ενόπλων δυνάμεων σε περίπτωση μιας νέας σύρραξης.
Δύο πόλεμοι, μία πολιτική εξίσωση
Ουκρανία και Ιράν συνθέτουν πλέον μια ιδιαίτερα δύσκολη πολιτική και οικονομική εξίσωση για την Ουάσιγκτον. Εκτός από το στρατιωτικό κόστος, οι δύο συγκρούσεις επηρεάζουν τις διεθνείς αγορές ενέργειας και, κατ’ επέκταση, την αμερικανική οικονομία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ΗΠΑ κινούνται προς τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου.
Το εκλογικό διακύβευμα είναι μεγάλο, καθώς από την κάλπη θα κριθεί εάν οι Ρεπουμπλικάνοι θα μπορέσουν να διατηρήσουν τον έλεγχο του Κογκρέσου.
Οι πιέσεις στο ενεργειακό μέτωπο είναι ήδη αισθητές. Η τιμή του πετρελαίου κινήθηκε σήμερα σε υψηλό έξι εβδομάδων, καθώς τα πρόσφατα αμερικανικά πλήγματα στο Ιράν και οι ισραηλινές απειλές κατά της Τεχεράνης επανέφεραν τους φόβους για προβλήματα στον παγκόσμιο ανεφοδιασμό. Η κατάσταση επιβαρύνεται από τα πλοία που παραμένουν εγκλωβισμένα στα Στενά του Ορμούζ, μία από τις σημαντικότερες θαλάσσιες αρτηρίες για την παγκόσμια διακίνηση ενέργειας.
Ο Μπέσεντ δείχνει και το Κίεβο
Στην Ουάσιγκτον, πάντως, η συζήτηση για τις αυξημένες ενεργειακές τιμές δεν περιορίζεται στη σύγκρουση με το Ιράν. Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Σκοτ Μπέσεντ συνέδεσε την Τετάρτη τις ανατιμήσεις στο πετρέλαιο και το φυσικό αέριο και με τις ουκρανικές επιθέσεις εναντίον ρωσικών ενεργειακών εγκαταστάσεων.
Μιλώντας στο Fox News, υποστήριξε ότι η διεθνής οικονομία βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα «ενεργειακό σοκ», το οποίο απέδωσε τόσο στον πόλεμο στην Ουκρανία όσο και σε εκείνον στο Ιράν. Κατά τον ίδιο, τα ουκρανικά πλήγματα σε ρωσικές ενεργειακές υποδομές και εγκαταστάσεις διύλισης έχουν δημιουργήσει πρόσθετες πιέσεις στις διεθνείς τιμές.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η τελευταία παρέμβαση Τραμπ στέλνει ένα σαφές πολιτικό μήνυμα προς τους Ευρωπαίους συμμάχους: η αμερικανική στρατιωτική υποστήριξη δεν αντιμετωπίζεται πλέον μόνο ως ζήτημα συμμαχικής αλληλεγγύης, αλλά και ως οικονομικός λογαριασμός τον οποίο η Ουάσιγκτον θέλει να μοιραστεί – και, στην περίπτωση της Ουκρανίας, να διεκδικήσει ακόμη και αναδρομικά.
