
Τις τελευταίες ημέρες, γίναμε μάρτυρες μιας κτηνωδίας, μιας πράξης που δε μπορεί να γίνει κατανοητή από τον ανθρώπινο νου. Ο βιασμός μιας 12χρονης προκάλεσε ρίγη συγκίνησης, αποτροπιασμού και φρίκης. Με γνώμονα το παραπάνω γεγονός, συνομίλησα με τη ψυχολόγο Στέλλα Αργυρίου, ένα μικρό βιογραφικό της οποίας μπορείτε να βρείτε στο τέλος του άρθρου, η οποία απάντησε χωρίς φίλτρα στις εύλογες ερωτήσεις που μου γεννήθηκαν, παρακολουθώντας καρέ- καρέ, τα τεκτενόμενα της υπόθεσης.
Η σεξουαλική διαπαιδαγώγηση, θεωρώ πως είναι ένας τρόπος πρόληψης για την σεξουαλική κακοποίηση. Ισχυρίζομαι ότι οι γονείς έχουν πρωταγωνιστικό ρόλο στο να επικοινωνήσουν στα παιδιά τους για το συγκεκριμένο θέμα. Σε ποια ηλικία κρίνεις ότι μπορεί να λάβει χώρα αυτή η συζήτηση;
Όσο πιο νωρίς, τόσο πιο καλά. Εξαρτάται φυσικά και από το φύλο του παιδιού μας. Ειδικά όπως είναι διαμορφωμένη η καθημερινότητά μας, δηλαδή με το ανεξέλεγκτο διαδίκτυο που είναι στη ζωή όλων μας, κάποιες πληροφορίες πρέπει να ξεκινήσουν από εμάς. Γιατί αν δε ξεκινήσουν από εμάς, τα παιδιά θα λάβουν λάθος κάποιες γνώσεις, οι οποίες είναι πολύ απαραίτητες και όπως πολύ σωστά είπαμε πριν, παίζουν σημαντικό ρόλο στο πως θα επικοινωνηθούν στο παιδί.
Μια κατάλληλη ηλικία για συζήτηση είναι τα 8 έτη, είτε έχουμε αγόρι, είτε κορίτσι, ξεκινάμε να μιλάμε στο παιδί, όπως μιλάμε για οτιδήποτε άλλο υπάρχει στην καθημερινότητά μας και θέλουμε είτε να το προστατεύσουμε, είτε να το αποφύγει. Πως μιλάμε πχ για τους διακόπτες στο σπίτι; Με τον ίδιο τρόπο θα ξεκινήσουμε να μιλάμε και για τον κίνδυνο που μπορεί να έχει μια λάθος πληροφορία στο κομμάτι της σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης.
Είναι λοιπόν πολύ σημαντικό αυτές οι κουβέντες που ξεκινάμε και κάνουμε με τα παιδιά μας, να συνεχίζονται για να μπορούν να εξελιχθούν, όσο το παιδί μεγαλώνει. Γιατί δυστυχώς, υπάρχουν πάρα πολλοί γονείς που δεν έχουν χτίσει σωστά αυτό το επικοινωνιακό υπόβαθρο, δε μιλάνε ανοιχτά για τέτοιου είδους θέματα στο σπίτι και φτάνει το παιδί στην εφηβεία και φοβούνται τόσο οι γονείς όσο και οι έφηβοι.
Οπότε, όσο πιο νωρίς, τόσο πιο καλά. Αν δεν έχουμε ξεκινήσει να τους μιλάμε, η καλύτερη στιγμή είναι το ΤΩΡΑ. Ένα παιδί στην ηλικία των 8 ετών, έχει πραγματικό ενδιαφέρον να μάθει, χωρίς να ντρέπεται και χωρίς να έχουν μπει όλα αυτά τα ταμπού της εφηβείας, των προκαταλήψεων και της κριτικής ικανότητας του εφήβου. Αν λοιπόν χτίσουμε σωστά το έδαφος, μπορούμε με τα παιδιά μας να ξεκινήσουμε να μιλάμε ελεύθερα, να δώσουμε τις πληροφορίες που εμείς θέλουμε, αλλά πρώτα θα πρέπει να σιγουρευτούμε ότι ξέρουν αυτό που μπορούν να μάθουν.
Υπάρχουν επίσης πάρα πολύ ωραίες πηγές στο διαδίκτυο, ειδικές για εφήβους που μπορούν να κάνουν τη δουλειά μας λίγο πιο εύκολη και επίσης υπάρχουν ωραίες σειρές που μπορούμε να παρακολουθούμε μαζί τους και με βάση τη σειρά, να πάρουμε αφορμή από εκεί, να αφήσουμε τα παιδιά να ρωτάνε και εμείς να απαντάμε με ειλικρίνεια.

Τι είναι αυτό που πρέπει να τους επισημάνουμε;
Θεωρώ πως αυτό που λείπει, είναι κυρίως το συναίσθημα στη σεξουαλική διαπαιδαγώγηση, το συναίσθημα στη σεξουαλική αγωγή. Τα παιδιά καλώς ή κακώς για κάποια πράγματα πειραματίζονται μόνα τους και τα ανακαλύπτουν και το διαδίκτυο εδώ παίζει πολύ σημαντικό ρόλο μιας και δυστυχώς είναι ο τρίτος γονιός. Χρέος μας είναι να μιλήσουμε για όλο αυτό το κομμάτι του συναισθήματος, της σεξουαλικής επαφής με τη σύνδεση και τη μεταφορά του συναισθήματος, κάτι το οποίο δε θα το βρούνε πουθενά, σε όποια πηγή αναζήτησης κι αν ανατρέξουν.
Ποιος είναι ο ρόλος του σχολείου σχετικά με τη σεξουαλική διαπαιδαγώγηση;
Η διαπαιδαγώγηση σίγουρα ξεκινά από το σπίτι και συνεχίζεται στο σχολείο. Αυτό θα πρέπει να το καταλάβουμε. Από το σπίτι θα μάθουμε τους σωστούς τρόπους, τα όρια, τη συνέπεια και οι υπόλοιπες αρετές θα συνεχίσουν και θα πάρουν από εκεί το νήμα, τη σκυτάλη, για να οδηγηθούν στο σχολείο.
Δεν είμαι όμως δυνατόν να προσπαθούμε να χτίσουμε ολοκληρωμένες προσωπικότητες, εάν μέσα σε αυτές δε συμπεριλάβουμε και τη σεξουαλική αγωγή. Δυστυχώς, βλέπω ότι στην Ελλάδα σε αυτό το κομμάτι, είμαστε πολύ πίσω. Φοβόμαστε να μιλήσουμε, υπάρχει μια αδυναμία των γονιών να συζητήσουν για τέτοια θέματα, απουσία διδασκαλίας από το σχολείο και από την άλλη, παραπληροφόρηση ίσως και υπερπληροφόρηση μέσα από το διαδίκτυο.
Μη ξεχνάμε πως είμαστε μια χώρα με πολύ υψηλά ποσοστά εκτρώσεων. Αυτό σημαίνει ότι κάτι δεν κάνουμε σωστά, κάποιες πληροφορίες τα παιδιά στο σπίτι δεν τις παίρνουν, όπως θα έπρεπε να τις πάρουν. Και αυτές οι πληροφορίες έχουν να κάνουν, κυρίως με την πρόληψη.
Πως αναγνωρίζουμε τα σημάδια μιας μη αποδεκτής συμπεριφοράς του παιδιού μας;
Αρχικά θα πρέπει να ξεκινήσουμε από το τι είναι αυτό που αναζητά το παιδί μας. Τι απαντήσεις ζητάει από εμάς, αφού έχουμε κάνει όλα τα προηγούμενα βήματα, αφού δηλαδή έχουμε χτίσει σωστά το κομμάτι της επικοινωνίας, σχετικά με τη σεξουαλικότητά του. Εγώ αυτό που βλέπω, είναι πλανεμένους γονείς.
Τι εννοώ, υπάρχουν προβλήματα, υπάρχουν θέματα, όπως λειτουργεί και η κοινωνία εξάλλου, παιδιά με καταπιεσμένη σεξουαλικότητα, παιδιά που διαρκώς είναι στο διαδίκτυο και αναζητούν πληροφορίες για τη σεξουαλικότητά τους, παιδιά που μπορεί να έχουν κακοποιηθεί και επειδή ακριβώς δεν έχουν διαπαιδαγωγηθεί σωστά, δεν αναγνωρίζουν ποια είναι τα σημάδια της κακοποίησης και κυρίως όρια. Το παιδί από μικρή ηλικία, από τη στιγμή που φεύγει από το σπίτι, πρέπει να ξέρει που είναι τα όρια. Πότε μας αγγίζει κάποιος, ποιος είναι αυτός ο κάποιος που μας αγγίζει και κυρίως που επιτρέπεται να μας αγγίξει.
Πότε ζητάμε τη βοήθεια των ειδικών και δη των ψυχολόγων;
Όταν νιώθουμε ότι αυτά τα όρια δεν έχουν καταστεί σαφή στα παιδιά μας. Και τι εννοώ με αυτό: όταν βλέπουμε ότι τα παιδιά μας δημιουργούν σχέσεις εφήμερες, όταν βλέπουμε ότι τα παιδιά μας δε δείχνουν ενδιαφέρον συναισθηματικό για το άλλο φύλο, όταν ακούμε τα παιδιά μας να μιλούν άσχημα για το άλλο φύλο, όταν υπάρχει σεξουαλική κακοποίηση η οποία δεν προέρχεται από το σπίτι, αλλά μπορεί να προέρχεται από κάπου αλλού και βλέπουμε τα πρώτα εκείνα σημάδια που έχουν να κάνουν με την αλλαγή συμπεριφοράς, με τη μειωμένη επίδοση, με τη μειωμένη όρεξη, με το κλείσιμο του παιδιού μας στην εφηβεία που ούτος η άλλος υπάρχει, να προσπαθήσουμε να χτίσουμε μια επικοινωνία με το παιδί, που να μην είμαστε από πάνω του, αλλά να είμαστε δίπλα του.
Και επίσης, κάτι που το συναντώ πολύ συχνά σε εφήβους, είναι ο εθισμός στην πορνογραφία. Και σε αυτό θα πρέπει να δώσουμε μεγάλη προσοχή. Να δούμε τι είναι αυτό που το παιδί μας παρακολουθεί στο διαδίκτυο και αν συμβαίνει αυτό, για πιο λόγο το κάνει.
Επιπρόσθετα, μπορεί ο γονιός να απευθυνθεί σε κάποιον ειδικό ψυχικής υγείας για να ενημερώσει το παιδί για θέματα σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης, είτε παράλληλα το οποίο είναι το καλύτερο, είτε ξεχωριστά, αλλά αυτή είναι μια δουλειά που θα μπορούσε να γίνει και στο σχολείο. Θέλει γενικότερα συνειδητή προσπάθεια.
Υπάρχουν ωστόσο κάποιες συζητήσεις που μπορεί να ξεκινήσουν αναίμακτα, όπως το πως έμεινε έγκυος η μαμά, όταν τα παιδιά είναι σε μικρή ηλικία και να παρουσιάσουμε τα πράγματα όπως εμείς θέλουμε. Ή αν ένα παιδάκι στο σχολείο αποκτά αδερφάκι και να θίξουμε τη συναισθηματική πλευρά των πραγμάτων και τέλος, να μιλήσουμε στο παιδί σχετικά με το σώμα μας, ανοιχτά. Βλέπω πολλούς γονείς να μην αναφέρονται στα μέλη του σώματος με την πραγματική τους ορολογία. Αυτό δεν κάνει καλό.

Πόσο καλά η ελληνική οικογένεια γνωρίζει τα παιδιά – μέλη της;
Θεωρώ πως είμαστε από τους λαούς που στεκόμαστε δίπλα στο παιδί μας, αλλά πολλές φορές μπαίνουμε στη διαδικασία να τα δικαιολογούμε. Το να γίνεις γονιός ίσως είναι από τους πιο σημαντικούς ρόλους που έχουμε στη ζωή μας, αλλά χρειάζεται και πολύ μεγάλη και συνειδητή προσπάθεια για να γίνεις σωστός γονιός γιατί όταν γίνεσαι, δεν έχεις μόνο το παιδί σου, αλλά αλλάζεις και τον κόσμο ταυτόχρονα μέσα από το παιδί σου.
Έχουμε μεγαλώσει οι περισσότεροι με πολλά τραύματα. Αυτά τα τραύματα, να μη τα μεταλαμπαδεύουμε στην επόμενη γενιά. Να ξανα-μεγαλώσουμε μέσα από τη δεύτερη ευκαιρία που μας δίνεται, μεγαλώνοντας το παιδί μας και να μην επαναλάβουμε τα ίδια λάθη. Θεωρώ λοιπόν πως πολλοί από εμάς, μέσα από τα παιδιά μας αναβιώνουμε πάλι, τα δικά μας παιδικά τραύματα. Γιατί για εμάς η έννοια του ψυχολόγου και η έννοια της ψυχικής υγείας ήταν πολύ πίσω.
Σήμερα ξέρουμε τα παιδιά μας αλλά δεν είμαι πολύ σίγουρη ότι είμαστε διατεθειμένοι, δεν είμαστε πρόθυμοι να μιλήσουμε ανοιχτά για τα προβλήματα. Γιατί αν μιλήσουμε για τα προβλήματα του σπιτιού μας που έχουν να κάνουν με τα παιδιά μας, αναλαμβάνουμε ταυτόχρονα και ένα πολύ μεγάλο μερίδιο ευθύνης που αντιστοιχεί σε εμάς.
Τι θέση έχουν τα ταμπού στις μέρες μας;
Δυστυχώς μεγάλη. Μοιάζουμε απρόθυμοι να μιλήσουμε για κάποια πράγματα και φυσικά το σεξ είναι ένα από αυτά. Αλλά ίσως να βοηθήσει εδώ να ξεκινήσουμε από τη δική μας ιστορία. Το πως εμείς θα θέλαμε να το ακούσουμε, το πως συνέβη στη δική μας περίπτωση και πάλι εδώ να αποφύγουμε ή να συνεχίσουμε με πετυχημένες εκφράσεις, με πετυχημένες στιγμές, με πράγματα που εμείς ακούσαμε και μας βοήθησαν αρκετά. Η ασάφεια και η μη αναφορά σε λέξεις με την πραγματική τους σημασία, ίσως είναι ο μεγαλύτερος εχθρός.
Δε χρειάζονται λοιπόν ταμπού. Χρειάζεται αγάπη, συνεννόηση, κατανόηση και σεβασμός για να μεγαλώσει σωστά ένα παιδί.
Πόσο έτοιμοι είμαστε σαν κοινωνία, να προστατεύσουμε τα παιδιά μας αλλά και να επανεντάξουμε στους κόλπους της ένα κακοποιημένο σεξουαλικά παιδί;
Κανονικά θα έπρεπε να είμαστε προετοιμασμένοι μέσα από τις ειδήσεις που βλέπουμε το τελευταίο διάστημα, αρκετά περισσότερο από το επίπεδο που είμαστε. Σίγουρα μπορεί λοιπόν σε θεωρητικό επίπεδο να λέμε πόσο άσχημο είναι αυτό που συνέβη, πόσο κατακριτέο, πόσο καταδικάζουμε την πράξη, αλλά καλώς ή κακώς όταν ένα παιδάκι επιστρέψει στο σχολείο, δυστυχώς θα το έχουμε συζητήσει στο σπίτι.
Ελπίζω λοιπόν η γενιά των νέων γονιών, η δική μας γενιά, να κάνει καλύτερη δουλειά. Να μη μείνει στο κουτσομπολιό της υπόθεσης, αλλά να εστιάζει στην ουσία. Στο πόσο πολύ θα πρέπει να βοηθήσουμε αυτό το παιδί να ξεχάσει. Να το αγκαλιάσουμε με αγάπη και κατανόηση και να μην αναφερθούμε ποτέ ξανά σε αυτήν την τραυματική εμπειρία, που και ενήλικας να είσαι, δύσκολα τη ξεπερνάς.
Ποιος έχει το μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης σε αυτές τις κατακριτέες πράξεις, σεξουαλικής κακοποίησης;
Όταν ένα παιδί κακοποιείται, σίγουρα δε φταίει το παιδί. Αυτό είναι απολύτως ξεκάθαρο. Όταν όμως το παιδί μας, κακοποιεί έναν άλλον άνθρωπο και ας μην είναι απαραίτητα παιδί, σίγουρα μεγάλο μερίδιο ευθύνης φέρει η οικογένεια, αλλά φέρει και προσωπικά ο κακοποιητής. Γιατί μπορεί να ακολουθήσεις το παράδειγμα και βλέπουμε ότι δυστυχώς τις περισσότερες φορές τα κακοποιημένα παιδιά γίνονται κακοποιητές, αλλά μπορεί και πρέπει να ακολουθήσεις και το αντιπαράδειγμα, ότι δηλαδή, εγώ δε θέλω να γίνω έτσι. Εγώ μέσα στην οικογένειά μου πήρα βία, δε θα δώσω βία.
Στέλλα σε ευχαριστώ για τις εύστοχες απαντήσεις σου και σου εύχομαι δύναμη και υπομονή στο δύσκολο έργο που έχεις αναλάβει με στόχο την επούλωση των πληγών που κατοικοεδρεύουν στις ψυχές των ανθρώπων.
Η Στέλλα Αργυρίου είναι πτυχιούχος του Τμήματος Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου “La Sapienza” της Ρώμης και έχει αποκτήσει τις ειδικότητες της εξελικτικής και εκπαιδευτικής ψυχολόγου από το 2005. Είχε την ευκαιρία να μαθητεύσει δίπλα στον παγκοσμίου φήμης Καθηγητή Ψυχολογίας και ιδρυτή του Ιταλικού Συλλόγου Αναλυτικής Ψυχολογίας, Professor Aldo Carotenuto, υπό την καθοδήγηση του οποίου ολοκλήρωσε με άριστα τη διπλωματική της εργασία πάνω στις διατροφικές διαταραχές στην εφηβεία και στη γνωσιακή συμπεριφορική θεραπεία. Με την επιστροφή της στην Ελλάδα το 2006, εντάχθηκε στις κλινικές και επιστημονικές δραστηριότητες του Παιδοψυχιατρικού τμήματος του Τζανείου νοσοκομείου Πειραιά, στη διαγνωστική εκτίμηση και θεραπευτική παρέμβαση υπό την εποπτεία της Διευθύντριας και Ψυχιάτρου κας Ελένης Φωτοπούλου. Συμμετείχε στην εκπαίδευση των φοιτητών του τμήματος Ψυχολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου κατά την πρακτική τους άσκηση, υπό την επίβλεψη του Καθηγητή Κλινικής Ψυχολογίας και προέδρου του τμήματος, Καθ. Γρηγόρη Ποταμιάνου.
Με την εμπειρία της αυτή, είναι από τους πρώτους ψυχολόγους στην Ελλάδα που από το 2007, σε συνεργασία με το γνωστό διαιτολόγο – διατροφολόγο Δρ. Αναστάσιο Παπαλαζάρου, εφάρμοσαν το μοντέλο της γνωσιακής – συμπεριφορικής θεραπείας στην παχυσαρκία, τόσο σε ομαδικές όσο και σε ατομικές συνεδρίες. Τη μακροχρόνια εμπειρία της σε κλινικό και θεωρητικό επίπεδο πάνω στο συγκεκριμένο μοντέλο έχει μεταδώσει ως εισηγήτρια σε μεταπτυχιακά προγράμματα σπουδών και σε σεμινάρια για επαγγελματίες υγείας (σεμινάρια nutrilab), καθώς και ως ομιλήτρια σε επιστημονικά συνέδρια και εκδηλώσεις για το κοινό.
Από το 2014, ως επιστημονικός συνεργάτης, είναι η υπεύθυνη της ομάδας ψυχολόγων στις «Αθλητικές Ακαδημίες ΟΠΑΠ», μιας πρωτοποριακής δράσης Εταιρικής Υπευθυνότητας για τα ελληνικά δεδομένα που στοχεύει στο να εμφυσήσει στα παιδιά τις αρχές που θα ακολουθούν σε όλη τους τη ζωή, είτε γίνουν αθλητές, είτε παραμείνουν απλοί «φίλοι» του αθλητισμού.
Παράλληλα, τα τελευταία δέκα χρόνια συνεργάζεται με ιδιωτικές γεροντολογικές κλινικές, όπου υποστηρίζει ασθενείς με διαταραχές μνήμης και συμβουλευτικά το οικογενειακό τους περιβάλλον. Από το 2020 είναι σύμβουλος ψυχικής υγείας και εκπαίδευσης του Δήμου Καβάλας.
Τέλος, αρθρογραφεί συστηματικά σε εφημερίδες, περιοδικά και γνωστές ιστοσελίδες ιατρικού και κοινωνικού περιεχομένου, και έχει εβδομαδιαίες τηλεοπτικές εμφανίσεις σε διάφορα μέσα ενημερωτικού – ειδησεογραφικού και ψυχαγωγικού χαρακτήρα.
Διατηρεί τον επαγγελματικό της χώρο στην περιοχή του Ελληνικού Αττικής, στο ιδιωτικό πολυϊατρείο ΙΑΜΑ.