
Η πρώτη απόπειρα στα πλαίσια της σύνταξης των δασικών χαρτών για την αντιμετώπιση τηςαυθαίρετης δόμησης στα δάση έγινε με τη γνωστή πρόταση των οικιστικών πυκνώσεων, η οποίααπορρίφθηκε ως αντισυνταγματική με την αρ.1942/2017 απόφαση του πέμπτου τμήματος τουΣυμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ) και επαναβεβαιώθηκε με την απόφαση 685/ 2019 τηςολομέλειας.
Η σημερινή κυβέρνηση όχι μόνο δεν συμμορφώθηκε με τις συγκεκριμένες αποφάσεις, αλλάεπανέρχεται βάζοντας ως στόχο να εξαιρεθούν οι οικιστικές πυκνώσεις από τις διατάξεις τηςδασικής νομοθεσίας, παρακάμπτοντας όλη τη νομολογία του ΣτΕ που είναι αρνητική σε τέτοιουείδους αλλαγές χρήσης.
Διαδικαστικά το μόνο που ενδέχεται να συμφωνήσει η Κυβέρνηση με το ΣτΕ είναι η έκδοσηΠροεδρικού Διατάγματος για να κερδίσει χρόνο.
Γιατί όπως προκύπτει, από τους χάρτες που ξεκίνησαν τώρα να αναρτώνται, οι περιοχές οιοποίες είχαν εξαιρεθεί ως οικιστικές πυκνώσεις όχι μόνο συμπεριελήφθησαν στους χάρτες, αλλάκαι οι ενδιαφερόμενοι θα έχουν το δικαίωμα να υποβάλουν αντιρρήσεις, πράγμα που τουςεπιτρέπει να αποφύγουν τις συνέπειες και να «κατοχυρωθούν» με έμμεσο τρόπο.
Με εργαλεία τους πρόσφατους νόμους, 4685/20 που προβλέπει την εκ νέου εξαίρεση τωνιδιοκτητών αυθαιρέτων στα δάση και 4964 /2022 που επαναφέρει τις οικιστικές πυκνώσεις, τουςεπιτρέπει μέχρι τέλους του 2022 να υποβάλλουν νέες αιτήσεις για την εξαίρεση από τηκατεδάφιση τους, αναστέλλοντας ταυτόχρονα τα σχετικά πρόστιμα που είχαν επιβληθεί. Η μόνηδιαφορά από την προηγούμενη ρύθμιση είναι η δυνατότητα αναμόρφωσης δασικών χαρτών, μερικώς ή ολικώς κυρωμένων, προκειμένου να ενσωματωθούν σε αυτούς και διορθώσειςπρόδηλων σφαλμάτων. Οι παρατάσεις όλοι γνωρίζουμε ποιους εξυπηρετούν.
Για τη διαδικασία αυτή θα δημιουργηθεί μια διαδικτυακή πλατφόρμα, στην οποία θα έχουνδικαίωμα να δηλώσουν το παράνομο ακίνητό τους όσοι έχουν ήδη εκφράσει αντίρρηση στονδασικό χάρτη αφού καταθέσουν παράβολο 250 ευρώ. Για τις οικιστικές πυκνώσεις το ΣτΕαπέδειξε, ακόμη μια φορά, με την απόφαση για την αντισυνταγματικότητά τους, ότι αποτελείβασικό υπερασπιστή του φυσικού περιβάλλοντος της χώρας μας. Το ίδιο βέβαια έχει πράξει καιμε άλλες 2 αποφάσεις του, που έκρινε παράνομη τη μερική κύρωση και άκυρη τη διαδικασία τηςεξαγοράς.
Τα προβλήματα που αναδείχθηκαν με τη σύνταξη και την ανάρτηση των δασικών χαρτών τηςπρώτης φάσης πολλά, όπως οι αγροί που έγιναν δάση, οι δασικές και χορτολιβαδικές εκτάσειςπου εκχερσώθηκαν, οι εκτάσεις που ονομάστηκαν οικιστικές πυκνώσεις, τα πρόδηλα σφάλματακατά την εκτέλεση του έργου. Δε μπορεί όμως ο κάθε Δήμαρχος να δημιουργεί σχήματα οικιστικώνπυκνώσεων- «χταπόδια» τα ονομάτισε ο αυτοδιοικητικός χώρος – παραβιάζοντας κάθε έννοιαπολεοδόμησης και να ζητά να μπουν κι αυτά στη διαδικασία νομιμοποίησης.
Γιατί αγνοούν τις σχετικές αποφάσεις του ΣτΕ και επαναφέρουν σε ισχύ τη συγκεκριμένη πρότασηγια την οποία το ίδιο έχει αποφανθεί; Απλά γιατί ξέρουν ότι τα θέματα αυτά αφορούν σε χιλιάδεςσπίτια και οργανωμένους οικισμούς, που έτσι μπορούν για ένα μεγάλο διάστημα να τουςκρατήσουν αιχμαλώτους, τουλάχιστον μέχρι το ΣτΕ να αποφασίσει, δηλαδή μετά τις εκλογές. Ητύχη της πρότασής τους είναι εκ των προτέρων προδιαγεγραμμένη, θα απορριφθεί ωςαντισυνταγματική.
Για όλα αυτά, πλην των οικιστικών πυκνώσεων που πρέπει να εξαφανιστούν, υπάρχει λύση. Δενκατέστη δυνατή η αντιμετώπιση γιατί αγνοήθηκε η σημαντικότερη φάση στην εκτέλεση του έργου, που είναι η ανάρτηση. Δεν αρκεί η ανάδειξη των προβλημάτων, απαιτείται και η θεραπεία τους, που μόνον τότε μπορεί να προσεγγιστεί. Επειδή πρέπει να περισωθεί το έργο της πρώτης φάσηςπρέπει να ακυρωθούν οι μερικές κυρώσεις (ελληνική εφεύρεση) και να επανέλθουν στο στάδιο τηςανάρτησης. Το πρόβλημα όμως των δασικών αυθαιρέτων πρέπει να αντιμετωπιστεί.
Η αντιμετώπιση αυτής της παράνομης δόμησης προαπαιτεί την άμεση καταγραφή τωναυθαιρέτων και τη κατάταξή τους κατά χρόνο κατασκευής, κατά χρήσεις γης, κατάπαραβατικότητα πολεοδομική και κατά κοινωνικές ανάγκες που καλύπτουν. Η καταγραφή αυτήδεν είναι δύσκολη και μπορούσε ήδη να έχει ενταχθεί στη διαδικασία κατάρτισης του εθνικούκτηματολογίου και των δασικών χαρτών, μέχρι το στάδιο της ανάρτησης.
Σε αυτό το στάδιο πρέπει να γίνει η οποιαδήποτε θεραπεία των προβλημάτων που ηνομιμοποίησή τους αντίκειται στις διατάξεις του Συντάγματος και τη νομολογία του ΣτΕ και δενείναι άλλη από το χωροταξικό και το πολεοδομικό σχεδιασμό. Γι αυτό και δεν πρέπει ναπροχωρήσουν ερήμην του ΣτΕ.
Βέβαια οι όποιοι σχεδιασμοί υλοποιηθούν πρέπει να διασφαλίζουν το δημόσιο συμφέρον και τοπεριβάλλον, αλλά και να σταματήσουν την διαιώνιση της αυθαίρετης δόμησης.
Το τελευταίο οφείλει να συνοδευτεί και με ένα αυστηρό μήνυμα στη κοινωνία, όσον αφορά στηδιαχείριση των κτισμάτων και των κατασκευαστικών υπερβάσεων που άρχισαν να ανεγείρονταιπαράνομα μετά τον Ιούλιο του 2011 καθώς κι αυτών που έχουν κριθεί τελεσίδικα κατεδαφιστέα.