Έναν ευρύτερο προβληματισμό για τον τρόπο με τον οποίο πραγματοποιούνται οι τροχονομικοί έλεγχοι θέτει αναγνώστης της εφημερίδας μας, με αφορμή προσωπικό περιστατικό που, όπως αναφέρει, σημειώθηκε στις 16 Ιουνίου 2026 στον περιφερειακό δρόμο της Λιβαδειάς.
Ο αναγνώστης διευκρινίζει εξαρχής ότι το πρόστιμο που του επιβλήθηκε για υπέρβαση του ορίου ταχύτητας των 40 km/h καταβλήθηκε κανονικά και ότι η παρέμβασή του δεν έχει στόχο να αμφισβητήσει την ανάγκη εφαρμογής του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας ή να αποφύγει τη δική του ευθύνη.
Θέτει, ωστόσο, μια σειρά από ερωτήματα που αφορούν τις συνθήκες υπό τις οποίες πραγματοποιήθηκε ο συγκεκριμένος έλεγχος: την ορατότητα της πινακίδας του ορίου ταχύτητας, τη θέση του περιπολικού και του ραντάρ, τα κριτήρια με τα οποία σταματούσαν τα διερχόμενα οχήματα, αλλά και περιστατικό με μοτοσικλέτα μεγάλου κυβισμού, για το οποίο παραθέτει όσα ο ίδιος υποστηρίζει ότι είδε και άκουσε.
Πρόκειται για καταγγελίες και ισχυρισμούς του συντάκτη της επιστολής, όπου δημοσιεύουμε ως επώνυμη παρέμβαση αναγνώστη, στο πλαίσιο του δημόσιου διαλόγου για την οδική ασφάλεια, τη διαφάνεια και την ίση εφαρμογή των κανόνων, με αυτονόητο το δικαίωμα της αρμόδιας Αστυνομικής Αρχής ή οποιουδήποτε αναφερόμενου μέρους να τοποθετηθεί και να δώσει τις δικές του απαντήσεις.
Ακολουθεί η ανοιχτή επιστολή:
ΑΝΟΙΧΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ
Όταν η Τροχαία ελέγχει την ταχύτητα, ποιος ελέγχει τον τρόπο με τον οποίο γίνεται ο έλεγχος;
Με αφορμή τροχονομικό έλεγχο στον περιφερειακό δρόμο της Λιβαδειάς στις 16 Ιουνίου 2026
Στις 16 Ιουνίου 2026, στον περιφερειακό δρόμο της Λιβαδειάς, υποβλήθηκα σε τροχονομικό έλεγχο ταχύτητας, από τον οποίο προέκυψε πρόστιμο για υπέρβαση του ορίου των 40 km/h.
Το πρόστιμο το πλήρωσα κανονικά.
Δεν γράφω, λοιπόν, αυτή την επιστολή για να αποφύγω την ευθύνη μου ή επειδή θεωρώ ότι οι οδηγοί πρέπει να εξαιρούνται από την εφαρμογή του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας.
Γράφω γιατί θεωρώ ότι υπάρχει μια πολύ σημαντικότερη συζήτηση:
Πώς πρέπει να γίνονται οι τροχονομικοί έλεγχοι;
Γιατί ένας έλεγχος που γίνεται στο όνομα της οδικής ασφάλειας θα πρέπει ο ίδιος να χαρακτηρίζεται από ασφάλεια, σωστή σήμανση, αντικειμενικότητα, διαφάνεια και ίση μεταχείριση όλων των οδηγών.
Και στην περίπτωση του συγκεκριμένου ελέγχου, υπάρχουν αρκετά ζητήματα που θεωρώ ότι αξίζουν απαντήσεις.

Μια πινακίδα των 40 km/h που δεν φαίνεται
Στο συγκεκριμένο σημείο υπήρχε όριο ταχύτητας 40 km/h.
Το πρόβλημα είναι ότι η πινακίδα που ενημέρωνε τους οδηγούς για το συγκεκριμένο όριο ήταν κρυμμένη πίσω από καλαμιές και βλάστηση.
Και εδώ προκύπτει ένα απλό αλλά ουσιαστικό ερώτημα:
Πώς μπορεί να απαιτείται από έναν οδηγό να συμμορφωθεί με ένα όριο ταχύτητας, όταν η ίδια η πινακίδα που το γνωστοποιεί δεν είναι επαρκώς ορατή;
Η σήμανση δεν υπάρχει για τυπικούς λόγους. Υπάρχει για να ενημερώνει τον οδηγό εγκαίρως, ώστε να προσαρμόζει την ταχύτητά του.
Εάν η πινακίδα είναι κρυμμένη πίσω από καλαμιές, τότε ο οδηγός βρίσκεται σε μια παράδοξη κατάσταση: καλείται να γνωρίζει και να τηρεί έναν περιορισμό που ενδέχεται να μην μπορεί να αντιληφθεί εγκαίρως.
Δεν υποστηρίζω ότι μια κρυμμένη πινακίδα «ακυρώνει» αυτομάτως μια παράβαση.
Υποστηρίζω όμως ότι αποτελεί σοβαρό ζήτημα που πρέπει να εξετάζεται πριν από την επιβολή κυρώσεων.

Το σημείο όπου είχε τοποθετηθεί το περιπολικό
Ακόμη μεγαλύτερο προβληματισμό μου προκάλεσε η θέση στην οποία είχε τοποθετηθεί το περιπολικό με το ραντάρ.
Το περιπολικό βρισκόταν πάνω σε διασταύρωση, συγκεκριμένα στην επάνω δεξιά γωνία του σημείου.
Και εδώ θα ήθελα να θέσω ένα ερώτημα που αφορά όχι μόνο εμένα αλλά και τους ίδιους τους αστυνομικούς:
Είχε αξιολογηθεί η ασφάλεια του συγκεκριμένου σημείου πριν επιλεγεί για τον έλεγχο;
Τι θα συνέβαινε εάν, την ώρα που πραγματοποιούνταν ο έλεγχος, συνέβαινε ένα τροχαίο ατύχημα στη διασταύρωση;
Ένα όχημα που θα έχανε τον έλεγχο ή θα συγκρουόταν με άλλο όχημα θα μπορούσε να καταλήξει πάνω στο σημείο όπου βρίσκονταν το περιπολικό, οι αστυνομικοί και οι ελεγχόμενοι οδηγοί.
Ένας τροχονομικός έλεγχος υποτίθεται ότι γίνεται για την προστασία της ανθρώπινης ζωής.
Δεν θα έπρεπε, επομένως, η επιλογή του σημείου ελέγχου να λαμβάνει πρωτίστως υπόψη την ασφάλεια όλων όσοι βρίσκονται εκεί;
Ή το μοναδικό κριτήριο είναι πόσα οχήματα μπορούν να καταγραφούν
Πρόληψη ή απλώς καταγραφή παραβάσεων;
Εδώ βρίσκεται, κατά την άποψή μου, η ουσία του προβλήματος.
Ο ρόλος της Τροχαίας δεν θα έπρεπε να είναι απλώς να καταγράφει παραβάσεις και να επιβάλλει πρόστιμα.
Ο ουσιαστικός στόχος ενός ελέγχου ταχύτητας θα έπρεπε να είναι η πρόληψη της επικίνδυνης οδήγησης.
Για να επιτευχθεί αυτό, ο οδηγός πρέπει να έχει τη δυνατότητα να αντιληφθεί εγκαίρως το όριο ταχύτητας και να προσαρμόσει ανάλογα την οδήγησή του.
Όταν, όμως, η πινακίδα είναι κρυμμένη και ο έλεγχος πραγματοποιείται από ένα σημείο που γεννά ερωτήματα ως προς την ασφάλειά του, τότε εύλογα δημιουργείται η εντύπωση ότι το βάρος πέφτει περισσότερο στην καταγραφή και τιμωρία παρά στην πρόληψη.
Και αυτό είναι κάτι που αξίζει να συζητηθεί δημόσια.
Ελέγχονται όλοι με τα ίδια κριτήρια;
Ένα ακόμη ζήτημα που μου προκάλεσε απορίες ήταν η επιλογή των οχημάτων που ελέγχονταν.
Κατά τη διάρκεια του ελέγχου παρατήρησα ότι τοπικά οχήματα του νομού δεν ελέγχθηκαν, ενώ άλλοι διερχόμενοι οδηγοί σταματούσαν και τους επιβάλλονταν πρόστιμα.
Δεν υποστηρίζω ότι ένα όχημα πρέπει να σταματά επειδή είναι τοπικό.
Αυτό που υποστηρίζω είναι ότι, όταν πραγματοποιείται ένας έλεγχος, θα πρέπει να υπάρχουν αντικειμενικά και ενιαία κριτήρια.
Ο νόμος δεν μπορεί να εφαρμόζεται διαφορετικά ανάλογα με το εάν ο οδηγός είναι κάτοικος της περιοχής, γνωστός ή άγνωστος.
Γιατί τότε δημιουργείται μια εξαιρετικά επικίνδυνη αντίληψη:
ότι υπάρχουν οδηγοί που ελέγχονται και οδηγοί που δεν ελέγχονται.
Και ακόμη χειρότερα, ότι υπάρχουν άνθρωποι που γνωρίζουν πώς να αποφεύγουν τον έλεγχο.
Εάν αυτό δεν συμβαίνει, τότε θα πρέπει να είναι εύκολο να εξηγηθεί ποια ήταν τα αντικειμενικά κριτήρια επιλογής των οχημάτων.
Το περιστατικό με τη μηχανή και ο «Παρασκευάς»
Και φτάνω στο περιστατικό που με προβλημάτισε περισσότερο.
Κατά τη διάρκεια του ελέγχου πέρασε από το σημείο μηχανή μεγάλου κυβισμού, η οποία κινούνταν με ιδιαίτερα υψηλή ταχύτητα.
Από όσα αντιλήφθηκα, η ταχύτητα ήταν τέτοια ώστε δεν κατέστη δυνατό να καταγραφεί από το ραντάρ.
Εκείνη τη στιγμή άκουσα τον έναν αξιωματικό να λέει στον άλλον, επί λέξει:
«Αυτός δεν ήταν ο Παρασκευάς;»
Η μοτοσικλέτα δεν σταμάτησε.
Και όταν ρώτησα γιατί δεν τη σταμάτησαν για έλεγχο, η απάντηση που μου δόθηκε ήταν:
«Αυτός δεν πιάνεται».
Θέλω εδώ να είμαι απολύτως ξεκάθαρος.
Δεν γνωρίζω ποιος ήταν ο συγκεκριμένος οδηγός.
Δεν γνωρίζω εάν πράγματι ήταν ο άνθρωπος που αναφέρθηκε ως «Παρασκευάς».
Δεν υποστηρίζω ότι υπήρξε χαριστική μεταχείριση.
Δεν έχω στοιχεία για να κάνω μια τέτοια κατηγορία.
Έχω όμως ακούσει συγκεκριμένα λόγια από συγκεκριμένο αστυνομικό και τα μεταφέρω όπως ακριβώς τα άκουσα.
Και θεωρώ ότι είναι απολύτως εύλογο να ζητηθεί μια εξήγηση.
Τι σημαίνει η φράση:
«Αυτός δεν πιάνεται»;
Γιατί δεν σταμάτησε η συγκεκριμένη μοτοσικλέτα;
Υπήρχε κάποιος αντικειμενικός λόγος;
Ήταν γνωστός ο οδηγός στους αστυνομικούς;
Και εάν ήταν γνωστός, επηρέασε με οποιονδήποτε τρόπο αυτό την απόφαση να μην ελεγχθεί;
Αυτά δεν είναι κατηγορίες.
Είναι ερωτήματα.
Και είναι ερωτήματα που θεωρώ ότι αξίζουν απάντηση, ιδιαίτερα όταν την ίδια στιγμή άλλοι οδηγοί σταματούν και τιμωρούνται για υπέρβαση του ορίου.
Γιατί εάν ο νόμος είναι ένας, τότε πρέπει να είναι ένας για όλους.
Και μετά ήρθε η πληρωμή του προστίμου
Το πρόστιμο που μου επιβλήθηκε το πλήρωσα.
Δεν αρνήθηκα την υποχρέωσή μου και δεν προσπαθώ σήμερα να αποφύγω την οικονομική συνέπεια της παράβασης.
Υπήρξε όμως και μια ακόμη ταλαιπωρία.
Για την εξόφληση του προστίμου δεν είχα τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσω RF κωδικό, ώστε να κάνω μια απλή ηλεκτρονική πληρωμή.
Αναγκάστηκα, επομένως, να πάω στα ΕΛΤΑ για να πραγματοποιήσω την πληρωμή.
Μπορεί κάποιος να θεωρήσει ότι αυτό είναι μια λεπτομέρεια.
Ίσως είναι.
Αλλά είναι μια λεπτομέρεια που δείχνει κάτι μεγαλύτερο.
Σε μια εποχή που η καθημερινότητα του πολίτη γίνεται ολοένα και περισσότερο ηλεκτρονική, γιατί μια διαδικασία που αφορά το Δημόσιο και μια χρηματική υποχρέωση προς το Δημόσιο να μην μπορεί να ολοκληρωθεί με έναν απλό, σύγχρονο και ηλεκτρονικό τρόπο;
Δεν είναι τόσο το κόστος της μετακίνησης.
Είναι η περιττή ταλαιπωρία.
Και όταν όλα τα παραπάνω συνδυάζονται, ο πολίτης έχει κάθε λόγο να αναρωτηθεί εάν το σύστημα λειτουργεί πραγματικά με γνώμονα την εξυπηρέτηση και την ασφάλεια ή εάν λειτουργεί απλώς μηχανιστικά.
Το πραγματικό ερώτημα
Κάποιος θα μπορούσε να πει:
«Έτρεχες πάνω από το όριο; Πλήρωσε το πρόστιμο και τελείωσε η υπόθεση».
Όμως δεν θεωρώ ότι είναι τόσο απλό.
Γιατί εάν δεχθούμε αυτή τη λογική, τότε κανένας πολίτης δεν θα έχει δικαίωμα να θέσει ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί ένας κρατικός μηχανισμός.
Δεν ζητώ να μην υπάρχουν έλεγχοι.
Ζητώ καλύτερους ελέγχους.
Δεν ζητώ να εξαιρούμαι από τον Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας.
Ζητώ να εφαρμόζεται ο ίδιος Κώδικας με τον ίδιο τρόπο σε όλους.
Δεν ζητώ να γίνει αποδεκτή η δική μου εκδοχή χωρίς έλεγχο.
Ζητώ να ελεγχθούν τα γεγονότα.
Να εξεταστεί εάν η πινακίδα των 40 km/h ήταν επαρκώς ορατή.
Να εξεταστεί εάν η θέση του περιπολικού και του ραντάρ ήταν ασφαλής.
Να εξεταστεί ποια ήταν τα κριτήρια επιλογής των οχημάτων που ελέγχθηκαν.
Να εξεταστεί γιατί δεν ελέγχθηκαν συγκεκριμένα διερχόμενα οχήματα.
Να εξεταστεί το περιστατικό με τη μοτοσικλέτα μεγάλου κυβισμού.
Να εξηγηθεί τι ακριβώς εννοούσε ο αστυνομικός λέγοντας:
«Αυτός δεν πιάνεται».
Και, κυρίως, να δοθεί μια απάντηση στο απλό ερώτημα:
Είναι ο νόμος πραγματικά ίδιος για όλους;
Γιατί η οδική ασφάλεια δεν επιτυγχάνεται με την απλή καταγραφή όσο το δυνατόν περισσότερων παραβάσεων.
Επιτυγχάνεται με πρόληψη, σωστή σήμανση, ασφαλή σημεία ελέγχου, αντικειμενικότητα, διαφάνεια και ίση μεταχείριση.
Και ένας πολίτης έχει κάθε δικαίωμα να ζητά όλα τα παραπάνω από έναν κρατικό θεσμό.
Τελικά, λοιπόν, το ζήτημα δεν είναι μόνο τα 40 km/h.
Το ζήτημα είναι εάν, όταν ένας πολίτης βρίσκεται απέναντι στον νόμο, βρίσκεται πραγματικά απέναντι στον ίδιο νόμο που ισχύει για όλους.
Και αυτό δεν είναι ένα ερώτημα που αφορά μόνο εμένα.
Αφορά όλους μας.
