Το Δίστομο δεν είναι μόνο μια μαύρη σελίδα της ιστορίας. Είναι μια ανοιχτή πληγή που υπενθυμίζει στις επόμενες γενιές το κόστος του φασισμού, του πολέμου και της ανθρώπινης βαρβαρότητας.
Υπάρχουν στιγμές στην ιστορία ενός τόπου που δεν υποχωρούν ποτέ στη λήθη. Παραμένουν ζωντανές, όχι μόνο μέσα από τις σελίδες των βιβλίων ή τα μνημεία που υψώνονται προς τιμήν των θυμάτων, αλλά κυρίως μέσα από τη συλλογική συνείδηση ενός λαού. Μία από αυτές τις στιγμές είναι η 10η Ιουνίου 1944, η ημέρα που το Δίστομο βυθίστηκε στο αίμα και τον πόνο, όταν τα ναζιστικά στρατεύματα κατοχής διέπραξαν ένα από τα πιο αποτρόπαια εγκλήματα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου στην Ελλάδα.
Ογδόντα δύο χρόνια μετά, η μνήμη της Σφαγής του Διστόμου παραμένει ισχυρή και αδιαπραγμάτευτη. Δεν πρόκειται απλώς για μια ιστορική επέτειο. Πρόκειται για μια ηθική υποχρέωση απέναντι στους 228 αθώους ανθρώπους που εκτελέστηκαν με πρωτοφανή αγριότητα, απέναντι στις οικογένειες που ξεκληρίστηκαν και απέναντι σε μια ολόκληρη κοινότητα που βίωσε τη φρίκη της ναζιστικής θηριωδίας.
Το Δίστομο αποτελεί διαχρονικό σύμβολο μαρτυρίου, αλλά και αντίστασης. Είναι ένας τόπος που θυμίζει ότι ο φασισμός και ο ναζισμός δεν είναι απλώς ιδεολογίες του παρελθόντος. Είναι η άρνηση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, η περιφρόνηση της ζωής, η επιβολή του μίσους και της βίας ως μέσου κυριαρχίας. Και γι’ αυτό η ιστορική μνήμη δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μια τυπική αναφορά σε γεγονότα που πέρασαν. Είναι εργαλείο γνώσης, δημοκρατικής εγρήγορσης και κοινωνικής αυτοπροστασίας.
Σε μια εποχή κατά την οποία οι πόλεμοι εξακολουθούν να σκορπούν θάνατο, οι προσφυγικές κρίσεις πολλαπλασιάζονται και οι ακραίες φωνές επιχειρούν να αποκτήσουν ξανά χώρο στον δημόσιο διάλογο, το μήνυμα του Διστόμου αποκτά ιδιαίτερη επικαιρότητα. Η άνοδος του ρατσισμού, της ξενοφοβίας, του εθνικιστικού φανατισμού και της μισαλλοδοξίας σε διάφορες γωνιές του κόσμου αποδεικνύει ότι τίποτα δεν είναι δεδομένο. Η δημοκρατία, η ειρήνη και τα ανθρώπινα δικαιώματα απαιτούν καθημερινή υπεράσπιση.
Η δικαίωση των θυμάτων του Διστόμου παραμένει επίσης ένα ανοιχτό ζήτημα ιστορικής και ηθικής ευθύνης. Η διεκδίκηση της ιστορικής αλήθειας και η αναγνώριση των εγκλημάτων δεν αποτελούν πράξεις εκδίκησης, αλλά πράξεις δικαιοσύνης. Είναι ο ελάχιστος φόρος τιμής σε όσους χάθηκαν και η ελάχιστη εγγύηση ότι παρόμοιες τραγωδίες δεν θα επαναληφθούν.
Ογδόντα δύο χρόνια μετά, οι νεκροί του Διστόμου εξακολουθούν να μιλούν μέσα από τη σιωπή τους. Μας καλούν να θυμόμαστε, να διδασκόμαστε και να αντιστεκόμαστε σε κάθε μορφή ολοκληρωτισμού και βίας. Μας υπενθυμίζουν ότι η ελευθερία, η δημοκρατία και η ανθρώπινη αξιοπρέπεια δεν είναι αυτονόητες κατακτήσεις, αλλά αξίες που κερδίζονται και διαφυλάσσονται με αγώνες.
Η καλύτερη τιμή στη μνήμη των θυμάτων δεν είναι μόνο η κατάθεση στεφάνων και η τήρηση ενός λεπτού σιγής. Είναι η έμπρακτη υπεράσπιση των αρχών για τις οποίες θυσιάστηκαν χιλιάδες άνθρωποι σε όλη την Ευρώπη. Είναι η άρνηση της λήθης. Είναι η διαρκής επαγρύπνηση απέναντι στον φασισμό, όπου κι αν εμφανίζεται, με όποιο πρόσωπο κι αν επιχειρεί να επιστρέψει.
Γιατί το Δίστομο δεν είναι μόνο παρελθόν. Είναι προειδοποίηση. Είναι μνήμη. Είναι ευθύνη.
